Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Συνέντευξη στο "Read to Death" και τις Νικολέτα Κατσιούλη και Μαρία Μπακάρα

Αναρτήθηκε από Γιώτα Παπαδημακοπούλου στις 6:32 μ.μ.
Διαβάστε την συνέντευξη μου στο blog "Read to Death". Ευχαριστώ για μια ακόμη φορά τις Νικολέτα Κατσιούλη και Μαρία Μπακάρα, όχι μόνο για την εξαιρετική δουλειά που έκαναν με τη συνέντευξη αυτή αλλά και για το ότι αποδεικνύεται κάθε μέρα, πόσο εξαιρετικές φίλες είναι. Ελπίζω να απολαύσετε την συνέντευξη όσο κι εγώ.

Αν ενδιαφέρεστε να επισκεφτείτε το ίδιο το site, ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:

Συνέντευξη με τη ταλαντούχα συγγραφέα Γιώτα Παπαδημακοπούλου!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΓΙΩΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ!
ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΑΤΣΙΟΥΛΗ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΜΠΑΚΑΡΑ


Η Γιώτα Παπαδημακοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984 όπου και μένει μέχρι σήμερα μαζί με τον σύζυγό της. Είναι η δημιουργός και η κριτικός του blog "Το μεγαλείο των τεχνών" το οποίο ψηφίστηκε ως το νούμερο ένα blog για το 2012. Αρθρογραφεί σε ποικίλα ηλεκτρονικά έντυπα, ανάμεσα στα οποία το cine.gr και το culturenow.gr, στα οποία υπογράφει με την ιδιότητα του βιβλιοκριτικού. Παράλληλα, συνεργάζεται με πληθώρα εκδοτικών οίκων στην Ελλάδα, σε πολλαπλά επίπεδα δραστηριοτήτων. Το "Ξεπεσμένοι Άγγελοι", που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2012 από τις εκδόσεις ΜΑΤΙ, είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Ζει και αναπνέει για την λογοτεχνία... και για τον γιο της.

http://www.culturenow.gr/18862/profil (σελίδα συνεργατών)
http://www.culturenow.gr/108/book-reviews (όσα φέρουν την υπογραφή της)

Γιώτα, μίλησέ μας λίγο για την ζωή σου, για την καθημερινότητά σου.

Ως σύζυγος και μητέρα ενός τετράχρονου αγοριού, αντιλαμβάνεσαι πως η καθημερινότητά μου είναι μια τρέλα, απλά και μόνο υπηρετώντας αυτούς τους δύο ρόλους. Η οικογένειά μου, είναι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα. Από 'κει και πέρα, αφιερώνω πολλές ώρες στην ανάγνωση βιβλίων, που ουσιαστικά αποτελεί κομμάτι της δουλειάς μου, ενώ παράλληλα προσπαθώ να αφοσιώνομαι στην συγγραφή μου, πράγμα που καταναλώνει μεγάλο μέρος της ενέργειάς μου όμως την ίδια στιγμή, μου προσφέρει άπλετη ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως δεν αφιερώνω χρόνο στη Γιώτα, κάτι το οποίο σημαίνει ότι προσπαθώ -όσο μπορώ και μου επιτρέπεται- να περνάω χρόνο με τους φίλους μου και να κάνω πράγματα που όχι μόνο με διασκεδάζουν αλλά με βοηθούν να ξεφεύγω από την ρουτίνα της καθημερινότητας.

Ποιο ήταν το έναυσμα για να ξεκινήσεις να γράφεις;

Θα έλεγα πως η συγγραφή μπήκε στην ζωή μου αβίαστα... ίσως και τυχαία! Αν και η φιλόλογός μου στο Γυμνάσιο με παρότρυνε να ασχοληθώ μαζί της, ήταν κάτι το οποίο ποτέ δεν είχα σκεφτεί σοβαρά. Μου άρεσε να διαβάζω βιβλία, λάτρευα να κάνω ενδελεχή ανάλυσή τους -η κάθε “λόξα” γεννιέται τελικά στο στάδιο της εφηβείας- όμως το να γράψω... μου φαινόταν εξαιρετικά χρονοβόρο, ίσως και λίγο ψυχοφθόρο. Θεωρούσα πως έπρεπε να το κάνεις με πίστη και προγραμματισμό που η καθημερινότητά μου, όπου ήταν εξαιρετικά πιεσμένη μέχρι μια εποχή, δεν μου επέτρεπε αυτή την “πολυτέλεια”. Όταν ξεκίνησα να γράφω το “Ξεπεσμένοι Άγγελοι”, μόλις είχα γεννήσει τον γιο μου. Διένυα μια περίοδο μεγάλης ευτυχίας, όπου ένιωθα να τα έχω βρει με τον εαυτό μου και παράλληλα, είχα πολύ ελεύθερο χρόνο να αφιερώσω στον σκοπό αυτό. Αν και αρχικά ξεκίνησε ως μια μικρή ιστορία, με την υποστήριξη και την παρότρυνση ορισμένων φίλων, εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο και η ιστοριούλα που είχα στο μυαλό μου μεταμορφώθηκε σε ένα τερατώδες κείμενο και αυτό με την σειρά του σε ένα βιβλίο που πάντα, θα έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.

Σε επηρέασε καθόλου η προσωπική σου ζωή, κάποιο βίωμα, κάποιο πρόσωπο;

Πιστεύω πως κάθε δημιουργός επηρεάζεται από πρόσωπα και καταστάσεις που αποτελούν κομμάτι του εαυτού και της ζωής του. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για μένα. Η σχέση της Αγγελικής με την οικογένειά της και τους φίλους της, καθρεφτίζει σε μεγάλο βαθμό τις αντίστοιχες δικές μου. Δεν ξέρω κατά πόσο η μαμά μου θα χαρεί διαβάζοντας πως έχει κοινά με την κυρία Έλενα, την μαμά της Αγγελικής, αλλά ελπίζω πως θα μου το συγχωρήσει. Χα, χα, χα... Όσον αφορά τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, οφείλω να ομολογήσω πως τόσο η Αργυρώ όσο και η Νίνα, που είναι οι καλύτερες φίλες της Αγγελικής, έχουν πάρα πολλά στοιχεία από τις δύο δικές μου καλύτερες φίλες, τη Μαρία και τη Ράνια αντίστοιχα, δύο πρόσωπα πολύ αγαπημένα και εξαιρετικά σημαντικά για μένα. Τώρα, σε ότι έχει να κάνει με τον κεντρικό άξονα της ιστορίας... ποιος δεν έχει αγαπήσει, ποιος δεν έχει παραδοθεί κάποια στιγμή στον έρωτα δίχως όρους και όρια;

Τι σε ενέπνευσε να γράψεις το συγκεκριμένο βιβλίο; Αληθινή ιστορία, φαντασία, πάντρεμα των δύο; 

Έχω την πεποίθηση πως κάθε ιστορία, ακόμα και φανταστική, εμπεριέχει έστω και ψήγματα μιας πραγματικότητας, που ακόμα κι αν δεν την βιώνουμε εμείς οι ίδιοι, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η έμπνευση, για κάθε τι, υπάρχει παντού γύρω μας, στη ζωή τη δικιά μας, των φίλων μας, των γειτόνων μας, ακόμα και στο βλέμμα ενός αγνώστου στο δρόμο που θα σου τραβήξει την προσοχή και θα σε προκαλέσει να προσπαθήσεις να εξερευνήσεις με το νου σου τα βαθύτερα μυστικά του. Κάθε ιστορία, ακόμα κι αν δεν την έχουμε ζήσει εμείς οι ίδιοι, είναι η ιστορία κάποιου και όσο κι αν αποτελεί φανταστικό δημιούργημα, είναι η αλήθεια κάποιου. Όσο κι αν πλάθουμε χαρακτήρες, κάπου στον κόσμο, υπάρχει κάποιος που ταιριάζει και ταυτίζεται μαζί τους. Οπότε ναι, η δικιά μου ιστορία, είναι φανταστική και εξίσου αληθινή, γιατί μπορεί να είναι η ιστορία οποιουδήποτε.

Πιστεύεις ότι δίνονται ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους στη χώρα μας να αναδείξουν το ταλέντο τους; 

Δυστυχώς στην χώρα μας οι εκδοτικοί οίκοι δυσκολεύονται να εμπιστευτούν νέους δημιουργούς, στερώντας τους την ευκαιρία να δώσουν κάτι καινούργιο, κάτι στο οποίο έχουν αποθέσει ένα κομμάτι της ψυχής τους, κάτι που ίσως δεν έχουμε ξανασυναντήσει και αξίζει. Δεν ακυρώνω την αξία των “ονομάτων” του χώρου -άσχετα αν ορισμένοι επαναλαμβάνονται επικίνδυνα και στερούνται νέων ιδεών- αφού είναι άνθρωποι που έχουν το κοινό τους και τους στηρίζει όμως η τέχνη και η έκφραση, δεν έχουν να κάνουν μόνο με τα λεφτά και το κέρδος, ούτε με τη φήμη που μπορεί να έρθει απλά και μόνο εξαιτίας καλώς συγκυριών. Έχουν να κάνουν με το να δίνεις το είναι σου και ο αναγνώστης, που λειτουργεί ως δέκτης, να το αντιλαμβάνεται και να βιώνει την ευχαρίστηση που μπορείς να του προσφέρεις, σε όποιο επίπεδο έχεις τη δυνατότητα.

Υπάρχει κάποιος λογοτέχνης που σε επηρέασε και θαυμάζεις;

Δεν ξέρω αν μπορώ να πω πως με επηρέασε κάποιος λογοτέχνης, όμως σίγουρα ταυτίζομαι και λατρεύω την καυστικότητα, την εκκεντρικότητα και την οξυδέρκεια του Oscar Wilde. Θαυμάζω την δυναμική και την μαγεία της αφήγησης του Victor Hugo, την φιλοσοφία και την εμβάθυνση στα σκοτεινά άδυτα της ανθρώπινης ψυχής του Fyodor Dostoyevsky, την τρυφερότητα και την αλήθεια της δύσκολης αγάπης που εκφράζουν η Jane Austen και η Emily Bronte. Από Έλληνες συγγραφείς, θαυμάζω απεριόριστα πολλά μεγάλα ονόματα, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Στρατής Μυριβίλης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Γεώργιος Βιζυηνός και τόσοι άλλοι που πραγματικά, αισθάνομαι άσχημα που δεν μπορώ να αναφέρω τα ονόματά τους γιατί θα χρειαστώ μια αιωνιότητα. Αν τώρα θες να αναφερθούμε και σε κάποιον πιο σύγχρονο λογοτέχνη, οφείλω να ομολογήσω πως, ως αναγνώστρια, θαυμάζω και λατρεύω απελπιστικά την Cassandra Clare ενώ παράλληλα, ως συγγραφέας, την ζηλεύω και την φθονώ θανάσιμα (με την καλή έννοια).

Εκτός από τη συγγραφή και το διάβασμα, με τί άλλο σου αρέσει να ασχολείσαι;

Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για τον κινηματογράφο, έστω κι αν στις μέρες μας δεν είναι τόσες πολλές όσο άλλοτε, οι ταινίες που μου κινούν το ενδιαφέρον ώστε να τις παρακολουθήσω στη μεγάλη οθόνη, ενώ παρακολουθώ και αρκετές τηλεοπτικές σειρές που εκπέμπουν σε ξένα δίκτυα. Είμαι “nerd” με όλη την σημασία της λέξης, όσον αφορά τα manga και τα anime. Τρελαίνομαι γι' αυτή τη μορφή τέχνης -γιατί για 'μένα είναι τέχνη και μάλιστα υψίστης σημασίας και αισθητικής- και έχω πολλές και μεγάλες συλλογές τις οποίες διαβάζω ή βλέπω αντίστοιχα, ξανά και ξανά, όταν δεν υπάρχει κάτι καινούργιο που να θεωρώ αρκετά αξιόλογο, πράγμα δύσκολο. Αγαπώ πολύ την ιππασία και δυστυχώς, επειδή είναι ένα hobby που κοστίζει, δεν μπορώ να κάνω όσο συχνά θα ήθελα. Τώρα τελευταία ανακάλυψα πως έχω μεγάλη αδυναμία στο bowling και μια φορά την βδομάδα φροντίζω να ενοχλώ το πλησιέστερο κέντρο με την παρουσία μου -με τις φίλες που με συνοδεύουν, δεν μας χαρακτηρίζει η αρετή της διακριτικότητας-. Μου αρέσει πολύ να μαγειρεύω, ιδιαίτερα όταν το κάνω για να ευχαριστήσω τους φίλους μου και ντροπή μου που το ομολογώ αλλά, έχω κολλήσει με το “Criminal Case” στο Facebook.

Υπάρχει κάποιο βιβλίο που θα έλεγες ότι σε επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη ζωή και τις απόψεις σου; Ίσως ακόμα και τον τρόπο που γράφεις;

Νομίζω πως στην πορεία της ζωής μου, πολλά βιβλία ήταν αυτά που με επηρέασαν και κάθε μέρα, συναντάω νέες λογοτεχνικές προκλήσεις που με βάζουν σε διαδικασία σκέψης αλλά και αναθεώρησης πολλών πραγμάτων. Αν ανατρέχω στα πρώτα χρόνια της ζωής μου ως αναγνώστρια, θα έλεγα πως τα μυθιστορήματα που με επηρέασαν πιο πολύ από άλλα, είναι οι “Άθλιοι”, η “Θεία Κωμωδία”, το “Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι”, το “100 χρόνια μοναξιά” αλλά και τα δικά μας, το “Αμάρτημα της μητρός μου” και το “Βίος και πολιτεία”. Όσο για το αν με επηρέασαν στον τρόπο που γράφω... πολύ θα το ήθελα αλλά καλώς ή κακώς, τέτοια αριστουργήματα, γράφονται μόνο μια φορά και όσο και να θέλουμε να “πατήσουμε” πάνω τους είναι αδύνατον να το κάνουμε και σε αυτό, συντελεί και η ίδια η εποχή μας.

Πότε σκέφτηκες για πρώτη φορά να προσπαθήσεις να εκδόσεις τις ιστορίες σου;

Για την ακρίβεια, το να προσπαθήσω να εκδόσω το βιβλίο μου, δεν ήταν δικιά μου απόφαση αλλά
κάτι το οποίο μου επέβαλλαν οι φίλοι που έτυχε να διαβάσουν την ιστορία μου πριν βρει εκδοτική στέγη και πίστεψαν σε αυτήν, λέγοντάς μου ξανά και ξανά πως άξιζε τον κόπο να προσπαθήσω. Και όντας άνθρωπος που παίρνει ρίσκα, τόλμησα... Και μπορεί στην αρχή τα αποτελέσματα να ήταν απογοητευτικά όμως το πλήρωμα του χρόνου έφερε έτσι τα πράγματα που σήμερα, μπορώ με περηφάνια και χαρά να κρατάω στα χέρια μου το πρώτο μου βιβλίο, δικαιώνοντας έτσι όσους πίστεψαν σε μένα αλλά και τον ίδιο μου τον εαυτό, που δεν έπαψε ποτέ να ελπίζει και να ονειρεύεται μεγάλα.

Πες μας κάποια πράγματα για το πρώτο σου βιβλίο. Πώς γεννήθηκε η ιδέα;

Εξ' αρχής, υπήρχε στο μυαλό μου μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία. Μια ιστορία για μια νέα και σύγχρονη κοπέλα η οποία ζει σε ένα ασφυκτικό θα λέγαμε και καταπιεστικό περιβάλλον, που την αναγκάζει κατά κάποιον τρόπο να ζήσει σύμφωνα με τα θέλω των άλλων, σύμφωνα με όλα όσα περιμένουν οι άλλοι από εκείνη, αφήνοντας στην άκρη τα προσωπικά της θέλω, τα δικά της όνειρα. Και αν κάποιοι πιστεύουν πως όλα τα παραπάνω στις μέρες μας, δεν είναι ρεαλιστικά, θα έπρεπε ίσως να κοιτάξουν λίγο καλύτερα γύρω τους. Μερικά πράγματα, πολύ απλά, δεν αλλάζουν. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν πως ξέρουν τι είναι καλύτερο για εμάς, προσπαθώντας να μας πείσουν και πετυχαίνοντας ορισμένες φορές οι πεποιθήσεις τους, να γίνουν προσωπικό μας βίωμα και αλήθεια. Όμως πιο είναι το νόημα να ζεις τη ζωή σου μισή, να μην κάνεις λάθη, να μην διεκδικείς τα όνειρά σου, αυτά που πραγματικά θες, ακόμα κι αν αποδειχτούν λάθος και μάταια; Ποιο το νόημα να μην μπορείς να πάρεις μόνος σου τις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον σου, ακόμα κι αν σε οδηγήσουν ένα βήμα πριν τον γκρεμό; Ποιο το νόημα να καταπιέζεις την ελεύθερη βούλησή σου για να μην πληγώσεις εκείνους που αν και θέλουν το καλό σου, μπορεί με τον τρόπο τους να σε πληγώνουν; Η ζωή, δεν αποτελείται μόνο από όμορφες στιγμές. Εμπεριέχει μια σειρά από λάθη, πόνο, δάκρυα και όλα αυτά, είναι που σε κάνουν να εκτιμάς περισσότερο την ευτυχία όταν την συναντάς. Αυτές οι σκέψεις, ήταν η αφορμή για να ξεκινήσω να γράφω την ιστορία μου. Αυτά ήταν τα πράγματα για τα οποία, ήθελα να μιλήσω, σε μια κοινωνία που νομίζει ότι με το να καταπιέζουμε το ελεύθερο πνεύμα ευεργετούμε ενώ στην πραγματικότητα, καταστρέφουμε προσωπικότητες, ευνουχίζουμε συνειδήσεις και όνειρα.

Κάποιοι πιστεύουν ότι η λογοτεχνία φανταστικού στη χώρα μας, έχει περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Εσύ συμμερίζεσαι την άποψη αυτή;

Όχι! Και όντας το αγαπημένο μου είδος, πρέπει να διαφωνήσω κάθετα. Πιστεύω όμως πως η
λογοτεχνία φανταστικού που φέρει την υπογραφή Ελλήνων δημιουργών, έχει περιορισμένο κοινό, πράγμα που πιστεύω πως οφείλεται εν μέρη στην έλλειψη... “πρωτότυπων” και μη χρησιμοποιημένων ιδεών. Τι εννοώ με αυτό; Υπάρχουν ορισμένα είδη τα οποία είναι εξαιρετικά κορεσμένα. Στην χώρα μας αυτή τη στιγμή, κυκλοφορούν μεταφρασμένες δεκάδες σειρές φανταστικής λογοτεχνίας, με κάποιες από αυτές να έχουν σημειώσει μεγάλη επιτυχία, οι οποίες λίγο-πολύ, έχουν δώσει ό,τι μπορεί να δώσει το είδος στην κατηγορία του. Από την άλλη, δεν καταλαβαίνω τον λόγο που ένας Έλληνας συγγραφέας, που επιθυμεί να ασχοληθεί με την λογοτεχνία του φανταστικού, πρέπει να καταπιαστεί με ένα θέμα το οποίο, δεν ταιριάζει ούτε στην κουλτούρα, ούτε την φιλοσοφία της χώρας μας. Η Ελλάδα είναι μια εξαιρετικά πλούσια χώρα, τόσο σε ιστορία όσο και σε μυθολογία και υπάρχει άπειρα μεγάλο, μη αξιοποιημένο υλικό με το οποίο θα μπορούσε να δουλέψει κάποιος δημιουργός που να μας ταιριάζει και παράλληλα, να μας εκφράζει. Αν ψάχναμε στις ρίζες μας, νομίζω πως θα βρίσκαμε να αντλήσουμε πολλές ιδέες και θα μπορούσαμε να έχουμε πραγματικά σπουδαία έργα.

Πώς ονειρεύεσαι το μέλλον σου;

Ονειρεύομαι ένα μέλλον πιο ελπιδοφόρο και λιγότερο δυσοίωνο από αυτό που κάποιοι άλλοι έπλασαν για εμάς. Ονειρεύομαι έναν κόσμο που θα είναι καλύτερος... να γίνομαι εγώ η ίδια, μέρα με τη μέρα, καλύτερος άνθρωπος και να αποτελώ παράδειγμα για κάποιους άλλους, πολύ περισσότερο για το παιδί μου που θα είναι περήφανο που είμαι μαμά του. Ελπίζω σε πολλές ευτυχισμένες στιγμές, πλημμυρισμένες από γέλια και χαμόγελα, από αγάπη και ευτυχία, πράγματα που θα μπορώ να μοιράζω με τους ανθρώπους που αγαπώ και μ' αγαπάνε. Θέλω να δω τον γιο μου να μεγαλώνει, να ανδρώνεται, να είναι γερός και καλότυχος, ευτυχισμένος και δημιουργικός, να τολμά να ονειρεύεται και να αγαπά με όλο του το είναι. Και γιατί όχι... ονειρεύομαι η οικογένειά μου να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο, περιορίζοντας κι άλλο τον ελεύθερο χρόνο μου αλλά προσφέροντάς μου μια πληρότητα που δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο.

Τι είναι αυτό που σας γεμίζει και σας βοηθάει να συνεχίσετε το γράψιμο;

Οι δικοί μου άνθρωποι που με στηρίζουν και με παροτρύνουν να συνεχίζω να δίνω το είναι μου. Το πάθος μου, η επιμονή μου, η ανάγκη να αποδείξω όχι μόνο στους αναγνώστες μου αλλά και σε μένα την ίδια, ότι μπορώ να γράψω κάτι ακόμα καλύτερο, να ξεπεράσω την προηγούμενη δουλειά μου. Και πάνω απ' όλα, η βαθιά και ειλικρινής αγάπη που νιώθω γι' αυτό που κάνω.

Πόσες ώρες την ημέρα γράφετε;

Δε μπορώ να σου απαντήσω σε αυτό καθώς εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Είναι θέμα χρόνου, διάθεσης, έμπνευσης, ψυχικής και νοητικής ισορροπίας. Μπορεί να περάσουν μέρες ή ακόμα και βδομάδες και να μην γράψω ούτε μια λέξη, πέραν των κριτικών και των κειμένων που επιμελούμαι στα διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά που αρθρογραφώ. Μπορεί πάλι να βρίσκομαι σε τέτοιον οίστρο που να νιώθω καταπίεση και έτσι, ο μοναδικός τρόπος που μπορώ να εκτονωθώ και να χαλιναγωγήσω τις σκέψεις μου, είναι το να γράφω χωρίς σταματημό, μέχρι να φτάσω στο οριακό εκείνο σημείο πριν λιποθυμήσω από την κούραση πάνω στο πληκτρολόγιο. Χα, χα, χα... Πάντως ένα είναι σίγουρο! Όταν γράφω... ΓΡΑΦΩ! Μπορεί να βγάλω όχι μόνο ένα, αλλά δύο και τρία κεφάλαια την ημέρα.

Τι αγαπάτε στους ανθρώπους;

Τις ατέλειές τους! Αυτές είναι που τους χαρακτηρίζουν, που τους κάνουν μοναδικούς, ξεχωριστούς. Τί θα ήμασταν χωρίς ατέλειες; Ποιοι θα ήμασταν χωρίς αυτές; Όχι... δεν μπορώ καν να το φανταστώ!

Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα σας δυσκολεύει τη γραφή σας;

Αυτό είναι εύκολο! Ο ρεαλισμός και η τετράγωνη λογική! Από παιδί ακόμα, πολλοί φίλοι με “κατηγορούσαν” ότι είμαι ρεαλίστρια και σκεπτικίστρια σε απελπιστικό βαθμό. Δεν ξέρω αν εκείνοι το θεωρούν μειονέκτημα, προσωπικά, στην καθημερινότητά μου, το θεωρώ προτέρημα. Είναι ωραίο να είσαι αισιόδοξος, να κάνεις όνειρα... κι εγώ τα θέλω και τα κυνηγάω. Υπάρχουν όμως ορισμένα πράγματα που όσο και αν μας αρέσει να πιστεύουμε ότι μπορούν να εξελιχθούν διαφορετικά, είναι μονόδρομος. Πολύ απλά, ορισμένα πράγματα, ορισμένες καταστάσεις, δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε, ακόμα κι αν προσπαθήσουμε, και μάλιστα σκληρά. Όπως λέει ο λαός μας, ένα κι ένα κάνουν δύο. Τόσο απλά! Είμαι βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος όμως πιστεύω παράλληλα στην αξία της λογικής και της σύνεσης. Και μπορεί να είμαι αρκετά παρορμητική ωστόσο, διαφέρει πολύ από το να είσαι αυτοκαταστροφικός και αυτό, σίγουρα δεν είμαι.

Τι σημαίνει για εσάς έμπνευση;

Έμπνευση είναι να αφήνεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου να γίνονται ιδέες, λέξεις και να σε παρασύρουν εκείνες όπου θέλουν κι εσύ, να μην έχεις άλλη επιλογή παρά να τις ακολουθήσεις, να χαθείς μέσα τους, ανάμεσά τους και να μην “ξυπνήσεις” παρά μονάχα όταν φτάσεις στο τέλος της διαδρομής.

Πείτε μας για ένα βιβλίο που δεν έχετε γράψει εσείς και θα θέλατε να το είχατε γράψει.

Αχ... είναι τόσα, μα τόσα πολλά! Τα κλασσικά βιβλία που αγαπώ και που ήδη σου ανέφερα, είναι μερικά από εκείνα που θα ήθελα να έχω γράψει όμως ξέρω πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω γι' αυτό και δεν θα το πω καν. Αν πάμε σε κάτι ποιο σύγχρονο, που μπορούμε να το “αγγίξουμε” με μεγαλύτερη τόλμη, θα σου έλεγα τις “Δαιμονικές Μηχανές” της Cassandra Clare (πραγματικά την ζηλεύω!!!) αλλά και “Τα Δαιμόνια” του Andrew Davidson, που αν είχε κυκλοφορήσει σε άλλες εποχές, θα μπορούσε να θεωρηθεί κλασσικό μια μέρα ή και το “Απαγορευμένο” της Tabitha Suzuma το οποίο διάβασα πολύ πρόσφατα και με συγκλόνισε.

Όταν ήσασταν παιδί, ποιο βιβλίο είχατε αγαπήσει πολύ και ποιόν συγγραφέα;

Θα σου πω δύο βιβλία και αυτό γιατί ουσιαστικά το ένα, συμπληρώνει το άλλο. Είναι το “Καναρίνι και μέντα” και “Ο κόκκινος θυμός” της Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου. Εκτός από το ότι την θεωρώ εξαιρετική συγγραφέα στο είδος της, που μιλάει κατευθείαν στις καρδιές όχι μόνο μικρών αλλά και μεγάλων, τα συγκεκριμένα δύο βιβλία αφηγούνται την ιστορία του Απελλή σε δύο πολύ διαφορετικές ηλικιακά, και όχι μόνο, φάσεις της ζωής του, επιτρέποντάς μας να δούμε μέσα από τα δικά του μάτια τις ανάγκες, τους φόβους, τις ανησυχίες, τα όνειρα και τελικά, την συναισθηματική και ηθική δικαίωση ενός παιδιού που κατάφερε να εξελιχθεί και να γίνει ένας σπουδαίος άνθρωπος. 

Ποιος είναι ο ήρωας από το βιβλίο σας που αγαπάτε περισσότερο;

Ο Νικόλας... ξεκάθαρα! Είναι ο πιο “καθαρός” και “διάφανος” χαρακτήρας που νομίζω πως έχω πλάσει μέχρι σήμερα. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια, σε τέτοιον βαθμό μάλιστα που πολλές φορές σε κάνει να αναρωτιέσαι αν πράγματι υπάρχει αυτό το είδος αγάπης κι αν ναι, αν είχες την ευτυχία να την συναντήσεις. Δίνει χωρίς να περιμένει και γίνεται ευτυχισμένος μέσα από την ευτυχία εκείνων που αγαπάει ακόμα κι αν έχει προσωπικό κόστος για τον ίδιο. Πώς να μην νιώθω λοιπόν δεμένη μαζί του;

Είστε γονιός. Πως σας αρέσει να περνάτε τον χρόνο σας με το παιδί σας; Υπάρχουν κάποια μέρη στην πόλη που βρίσκετε όμορφα και θεωρείτε ότι είναι ιδανικά για οικογένειες;

Δυστυχώς δεν καταφέρνω να κάνω πάντα όλα όσα θέλω μαζί με τον γιο μου, ο οποίος είναι ένα γλυκύτατο, πανέξυπνο και τρυφερό τερατάκι. Η καθημερινότητα είναι τέτοια που μας στερεί πολλές φορές την ευκαιρία να κάνουμε πράγματα που πραγματικά θέλουμε, όχι γιατί δεν έχουμε όρεξη ή αντοχή αλλά γιατί πολύ απλά, είναι ο χρόνος πολύ περιορισμένος. Παρ' όλα ταύτα, προσπαθώ αυτές τις ώρες που περνάμε μαζί να του τις αφιερώνω, άλλοτε παίζοντας με τα τρενάκια του -τα αγαπημένα του- ή διαβάζοντας παραμύθια, πηγαίνοντας θέατρο ή σε παιδότοπους και τώρα που καλοκαιριάζει, βόλτες σε πλατείες, πάρκα, ζωολογικούς κήπους, ακόμα και στο αεροδρόμιο απλά και μόνο για να χαζέψει τα αεροπλάνα. Άλλες φορές πάλι, μου αρκεί να είμαι ξαπλωμένη στον καναπέ και να τον έχω στην αγκαλιά μου παρακολουθώντας τα αγαπημένα του παιδιά ή -ω, θεέ μου!!!- “Wipe Out” για το οποίο τρελαίνεται, για λόγους που δεν κατανοώ. Χα, χα, χα... Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου... Λυπάμαι που το λέω αλλά στην Αθήνα, οι χώροι όπου μπορούν να επισκεφτούν οικογένειες και να διασκεδάζουν όλοι μαζί, είναι εξαιρετικά περιορισμένοι έως ανύπαρκτοι, ή έστω ακατάλληλοι. Η μοναδική πλατεία που προσφέρεται για παιχνίδι στη γειτονιά μου, βρίσκεται στο Πεδίον του Άρεως και από 'κει κι έπειτα, υπάρχουν και ορισμένοι εκπαιδευτικοί παιδότοποι οι οποίοι αποτελούν μια δαπανηρή, ασφαλή και διασκεδαστική ωστόσο, για τα παιδιά διέξοδο. Υπάρχει βέβαια πάντα το Αττικό Πάρκο ή το Άλσος της Φιλαδέλφειας ή του Βεΐκου, με την προϋπόθεση πάντα ότι μπορείς να φτάσεις ως εκεί.

Τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνει ένας γονιός, για να αγαπήσει το παιδί του τα βιβλία;

Πιστεύω πως αν περάσουμε στο παιδί, από τα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής τους, την σπουδαιότητα που έχει το βιβλίο και όσα μπορεί να προσφέρει, τα πράγματα, όσο μεγαλώνουν, έρχονται μόνα τους, αβίαστα. Αν τους διαβάζουμε παραμύθια και τα αφήνουμε να συμμετέχουν σε αυτό το παιχνίδι, “εξηγώντας” τις εικόνες και λύνοντας τις απορίες τους και αν παρακολουθούν κι εμάς τους ίδιους τους γονείς τους να διαβάζουμε, τότε δεν μπορεί να μην αγαπήσουν την ανάγνωση.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας ρητό;

Δεν θα το χαρακτήριζα ρητό αλλά moto... “Make each day count”... “Κάνε την κάθε μέρα σου ν' αξίζει”! Τι ποιο σπουδαίο μήνυμα; Επίσης, αγαπώ πολύ ένα λατινικό ρητό το οποίο με εκφράζει τόσο, που το έχω κάνει tattoo. “Alis Grave Nil”... “Τίποτα δεν είναι βαρύ για όσους έχουν φτερά”... Αλληγορικό, συμβολικό, πανέμορφο... γιατί κάποιοι έχουμε “φτερά” και δεν ρισκάρουμε να πετάξουμε ψηλά με αυτά.

Ποια είναι η πρώτη σκέψη που κάνετε το πρωί;

“Πάψε!!!”, απευθυνόμενη στο ξυπνητήρι μου φυσικά. Χα, χα, χα... Πέραν της πλάκας, εξαρτάται από το τι έχω να κάνω μέσα στην ημέρα. Αν πρέπει να δουλέψω, η πρώτη μου σκέψη είναι να ετοιμάσω τον γιο μου για τον παιδικό σταθμό και να “διώξω” τον άντρα μου για το μαγαζί του, όσο πιο γρήγορα γίνεται ώστε να έχω ησυχία. Αν έχω κανονίσει να βγω με φίλες, να βιαστώ να ευπρεπιστώ και να τρέξω να τις συναντήσω. Αν πάλι δεν έχω να κάνω τίποτα... ότι πρέπει να γυρίσω πλευρό και να κοιμηθώ πέντε λεπτά ακόμα.

Το βράδυ με ποιες σκέψεις κοιμόσαστε;

Συνήθως αναρωτιέμαι αν έφαγα μέσα στην ημέρα γιατί πολλές φορές το ξεχνάω και το στομάχι μου αρνείται να στείλει προειδοποιητικά σήματα. Χα, χα, χα... Δεν ξέρω... σκέφτομαι διάφορα! Αν ο γιος μου παραμένει σκεπασμένος, να μας αξιώσει ο θεός να δούμε ένα ακόμα ξημέρωμα, τις δουλειές της επόμενης μέρας, μια φρέσκια ιδέα πάνω σε ένα έργο που μπορεί να “δουλεύω” εκείνη την περίοδο. Εκείνες τις ώρες όλα, είναι πολύ συγκεχυμένα στο μυαλό μου και όμως, το πρωί που θα ξυπνήσω, με μαγικό τρόπο, αυτό το κουβάρι έχει μπει σε μια σειρά.

Τι δεν συγχωρείτε στους άλλους;

Είμαι άνθρωπος που συγχωρεί και που δίνει δεύτερες ευκαιρίες. Πρόσεξε όμως! Δεύτερες... δεν υπάρχει τρίτη. Κι αν κάτι δεν μπορώ να συγχωρήσω, είναι το συκοφαντικό ψέμα και η αχαριστία. Με θυμώνει και με πληγώνει το να μην εκτιμάει ο άλλος όλα εκείνα που μπορεί να έχεις κάνει για εκείνον, ακόμα και με κόστος για σένα τον ίδιο.

Ποιο είναι κατά την άποψή σας το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο;

Η πρώτη μου σκέψη ήταν, το να χάσει κάποιον άνθρωπο που αγαπάει και που αποτελεί σημαντικό κομμάτι για εκείνον. Όμως, όπως και με όλα τ' άλλα, είμαι συμβιβασμένη με την ιδέα του θανάτου γνωρίζοντας πως είναι κάτι αναπόφευκτο και κάτι που μπορεί πάντα να σε πληγώνει βαθιά μέσα σου όμως το ξεπερνάς και προχωράς. Η απουσία δεν είναι μικρότερη, γίνεται πιο υποφερτή όμως με τον καιρό. Αυτό όμως που είναι πραγματικά τραγικό, είναι να πάψει κανείς να ονειρεύεται, να χάσει την ελπίδα του... χωρίς αυτήν, πώς μπορεί να συνεχίσει να ζει;

Τι χρειάζονται οι σημερινοί άνθρωποι για να είναι ευτυχισμένοι;

Περισσότερη αισιοδοξία και διάθεση να “δουλέψουν” τις επιθυμίες τους για να τις υλοποιήσουν. Τίποτα δεν είναι εύκολο, ειδικά σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς όπως αυτοί που διανύουμε. Τί δίνεται όμως εύκολα σε αυτήν τη ζωή, χωρίς κόπο; Τίποτα! Και τελικά, το ότι κοπιάσαμε για να πετύχουμε κάτι, είναι που το κάνει να αξίζει και μας προσφέρει την ευτυχία. Επίσης, το να αγαπάνε... τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους γύρω τους μα πάνω απ' όλα, τον ίδιο τους τον εαυτό.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να γελάσετε τελευταία;

Δεν ξέρεις; Χα, χα, χα... Η αλήθεια είναι πως είμαι άνθρωπος που γελάει πολύ και μάλιστα, με την καρδιά του. Ξέρεις πολύ καλά ότι φτάνω σε σημείο να “τρομοκρατώ” τον κόσμο που βρίσκεται εκεί κοντά κι αιφνιδιάζεται. Χα, χα, χα... Δόξα τον θεό, έχω στη ζωή μου ανθρώπους που καταλαβαίνουν το ιδιόρρυθμο, κυνικό, δηλητηριώδες, μαύρο και αυτοσαρκαστικό χιούμορ μου. Και όντας στο ίδιο με εμένα επίπεδο, δίνουμε καθημερινά ο ένας στον άλλον αφορμές να γελάμε μέχρι δακρύων κάνοντας την ζωή μας πιο όμορφη.

Στην Ελλάδα οι συγγραφείς δεν ζουν συνήθως από τα βιβλία τους. Εσείς ασχολείστε και με κάτι άλλο επαγγελματικά;

Ευτυχώς, έχω καταφέρει να κάνω το hobby μου επάγγελμα. Αρθρογραφώ για το cine.gr και το culturenow.gr, έχοντας μόνιμη στήλη, είμαι διαχειρίστρια ορισμένων blogs για λογαριασμό τρίτων ενώ παράλληλα, συνεργάζομαι με διάφορους εκδοτικούς οίκους, σε πολλαπλά επίπεδα, με αγαπημένη δραστηριότητα όλων, να διαβάζω βιβλία στα αγγλικά και έπειτα, να καταθέτω την άποψή μου για το αν μπορεί να εκδοθεί στην χώρα μας ή όχι. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό να βλέπεις έπειτα από καιρό ένα βιβλίο στα ράφια των ελληνικών βιβλιοπωλείων και να ξέρεις πως εσύ, έδωσες το πράσινο φως, είτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία ο εκδοτικός που έκανες την πρόταση, είτε κάποιος άλλος. 

Βιβλία που διάβασα συστηματικά πάνω από μια φορά.

Νομίζω πως μόνο δύο βιβλία έχω διαβάσει πάνω από μία φορά. “Το φάντασμα της όπερας” και “Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ” τα οποία και θεωρώ εξαιρετικά ψυχογραφήματα με πολύ βαθιά νοήματα. Είναι με πολύ απλά λόγια, πολύ σπουδαία έργα.

ΜΑΡΙΑ ΜΠΑΚΑΡΑ
Γνώρισα τη Γιώτα Παπαδημακοπούλου σε μια παρουσίαση βιβλίου, όπου και ήταν ομιλήτρια. Εκείνο το βράδυ απλά συστηθήκαμε αλλά μου έκανε απίστευτη εντύπωση. Αυτό που σκεφτόμουν είναι « μα πόσο ζωντανός άνθρωπος….πόσο δυναμικός»!!!! Έμαθα ότι ήταν η δημιουργός και κριτικός του blog «το μεγαλείο των τεχνών» όπου αν και το είχα ακουστά δεν το είχα επισκεφτεί ποτέ (και ναι το λέω με ντροπή!!!!) Όταν γύρισα σπίτι μου εκείνο το βράδυ άρχισα να διαβάζω τις αναρτήσεις της Γιώτας και …….κόλλησα!!!!! Διάβασα δουλειά 5 περίπου ετών σε ένα μήνα. Λίγο διάστημα αργότερα ξαναβρεθήκαμε σε μια κινηματογραφική προβολή και καθώς περιμέναμε να αρχίσει, ξεκινήσαμε την κουβέντα. Είναι πολύ εύκολο να μιλήσεις με τη Γιώτα και να της ανοιχτείς. Είναι ένας άνθρωπος πολύ γενναιόδωρος και αυτό το εκπέμπει. Επιπλέον έχει ένα τεράστιο προσόν ….είναι ακομπλεξάριστη.

Μακριά από τα πρέπει που επιβάλει η κοινωνία, σου δημιουργεί την σιγουριά ότι οτιδήποτε και να της πεις θα σε ακούσει με κατανόηση αλλά πάνω απ’ όλα με του σεβασμό που απαιτεί η διαφορετικότητα κάθε ανθρώπου. Και αυτό η Γιώτα το έχει άπλετο. Σεβασμό στις απόψεις και στις πεποιθήσεις σου, ακόμα και αν διαφωνεί με αυτές. Αισθάνθηκα τόση άνεση σε εκείνη την πρώτη μας ουσιαστικά κουβέντα που «τόλμησα» να τη ρωτήσω, αφού πρώτα της εξέφρασα το θαυμασμό μου για το blog της, γιατί εκείνη δεν γράφει ένα βιβλίο? Τότε λοιπόν μου μίλησε για τους «Αγγέλους» της. Δεν μου είπε λεπτομέρειες ….αλλά δεν τις χρειαζόμουν.

Στη ζωή μου έχω διαβάσει αμέτρητα βιβλία όλων των ειδών γιατί αγαπάω πολύ τα ταξίδια που κάνω μαζί τους. Έχω μάθει λοιπόν ότι δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούν κάποιοι εύπεπτο βιβλίο και ποιοτικό βιβλίο. Κάθε βιβλίο καθώς και οποιαδήποτε μορφή τέχνης, αποτελεί ένα πολιτισμικό συγκείμενο. Δηλώνει θέσεις, περνάει μηνύματα και με άρρητο τρόπο οδηγεί σε νοηματοδοτήσεις που καλείται ο αναγνώστης να επεξεργαστεί όπως εκείνος θέλει και μέχρι εκεί που θέλει. Αυτό που υπάρχει είναι το καλογραμμένο βιβλίο και αυτό που δεν είναι και τόσο καλογραμμένο. Από εκεί και πέρα αν υπάρχει μία ωραία ιστορία, ενδιαφέροντες ήρωες και πλοκή που τραβάει την προσοχή σου ακόμα καλύτερα!!! Έχοντας λοιπόν διαβάσει το blog της Γιώτας ήμουν σίγουρη ότι το βιβλίο της θα είναι καλογραμμένο. Και είχα δίκιο. Αλλά δεν ήταν μόνο καλογραμμένο. Ήταν υπέροχο!!!!!

Μια εκ πρώτης όψεως, ιστορία έρωτα. Ενός παθιασμένου έρωτα δύο « Ξεπεσμένων Αγγέλων». Όμως η πλοκή σε πάει πολύ πιο βαθιά. Καταπιάνεται με πολύπλοκους χαρακτήρες, που οι αποφάσεις και οι επιλογές τους είναι έρμαια των κοινωνικών πρέπει. Η αναζήτηση της ευτυχίας σε έναν κόσμο που ο θεσμός της οικογένειας, αν και προβληματικός, επιβάλει τα θέλω του στις ζωές των ηρώων και τους εγκλωβίζει. Η Γιώτα κεντάει πραγματικά στη δομή της ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων και γράφει μια ιστορία που καθηλώνει με τις εξελίξεις και τις ανατροπές της. Καθώς η πλοκή προχωράει εθίζεσαι όλο και περισσότερο και ταυτόχρονα δεν πιστεύεις αυτό που μόλις έχεις διαβάσει!!!! Ένα άλλο προσόν του βιβλίου είναι η τόσο σύγχρονη γραφή του, που καταφέρνει να σου μεταφέρει όλες τις εικόνες και τις μυρωδιές της ιστορίας. Δεν θέλω να πω περισσότερα για τους «Ξεπεσμένους Αγγέλους» παρά μόνο να σας προτρέψω να το διαβάσετε, ξέροντας σίγουρα ότι δεν θα το μετανιώσετε. Εγώ δεν το μετάνιωσα!!!!

Πάνω απ’ όλα δεν μετάνιωσα που γνώρισα τη Γιώτα. Έναν τόσο καλό , γεμάτο και γενναιόδωρο άνθρωπο. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο προσόν της είναι η ειλικρίνεια της. Παρήγορο στις μέρες μας να συναντάς ανθρώπους που δεν φοβούνται να πούνε την αλήθεια και δεν καλύπτονται πίσω από σοβαροφανείς αβροφροσύνες. Η Γιώτα με διακριτικότητα και ευγένεια σου λέει τη γνώμη της ξεκάθαρα και το ίδιο απαιτεί και από εσένα. Δεν παρεξηγεί την οποιαδήποτε κριτική που θα της κάνεις και το λέω με τη σιγουριά του ανθρώπου που της έχει κάνει πολλές. Για όλα αυτά και άλλα τόσα χαίρομαι που είναι φίλη μου!!!!!

Τέλος ήθελα να πω ότι η Γιώτα Παπαδημακοπούλου δεν μένει μόνο στους «Ξεπεσμένους Αγγέλους» αλλά μας ετοιμάζει και άλλα ταξίδια πολύ σύντομα. Ταξίδια ακόμα πιο όμορφα και με περισσότερες εκπλήξεις. Γεμάτα από το ταλέντο της και την υπέροχη ψυχή της!!!!!!

Κυρία Παπαδημακοπούλου, γνωρίζω ότι το βιβλίο σας έχει διχάσει το αναγνωστικό κοινό... ιδιαιτέρως το τέλος του. Πιστεύετε ότι εάν γνωρίζατε αυτές τις αντιδράσεις εκ των προτέρων, θα αλλάζατε κάτι στην ιστορία;

Οποιονδήποτε δημιουργό και να ρωτήσεις, θα σου πει πως εκ των υστέρων, παρατήρησε χίλια-δυο μικροπράγματα που μπορεί να έγραφε διαφορετικά αν τα είχαν πέσει νωρίτερα στην αντίληψή του. Αλλά αυτό είναι κάτι που υπάγεται καθαρά στο εκφραστικό και συντακτικό κομμάτι της συγγραφής. Όσον αφορά την ίδια την ιστορία και τα γεγονότα που την χαρακτηρίζουν... όχι, δεν θα άλλαζα απολύτως τίποτα, πολύ περισσότερο δε, το τέλος του βιβλίου. Κατά την προσωπική μου άποψη, το φινάλε του είναι αυτό που το χαρακτηρίζει και το κάνει αυτό που τελικά είναι. Αν ήταν διαφορετικό, δεν θα ήταν η δική μου ιστορία αλλά κάποιου άλλου και αυτό δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Όταν επιλέγει κανείς να αγοράσει ένα βιβλίο, το κάνει γιατί θέλει να διαβάσει την ιστορία ενός άλλου ανθρώπου, έτσι όπως εκείνος την σκέφτηκε, την οραματίστηκε και τελικά, την κατέγραψε στο χαρτί και όχι την ιστορία που πιθανότατα θα έγραφε ο ίδιος αν το αποφάσιζε. Αν ρωτήσεις εκατό αναγνώστες -για οποιοδήποτε βιβλίο-, το πιθανότερο είναι πως θα ακούσεις εκατό διαφορετικές εναλλακτικές για το πως θα ήθελαν να εξελιχθεί. Καλώς ή κακώς, ένας δημιουργός δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους πάντες, να τους δώσει μια ιστορία έτσι ακριβώς όπως εκείνοι θα ήθελαν γιατί τότε, δεν θα ήταν το δικό του βιβλίο, το δικό του δημιούργημα αλλά εκείνο που μια συγκεκριμένη μερίδα θα ήθελε να διαβάσει. Αυτό που μπορείς να ελπίζεις είναι πως αυτό που έγραψες, θα αγγίξει όσες περισσότερες καρδιές γίνεται και πως ο αναγνώστης θα καταλάβει πόση ψυχή και αγάπη επένδυσες σε αυτό που έπλασες με φαντασία και κόπο αλλά και το μήνυμα που μπορεί να θες να περάσεις ή ακόμα, και τους λόγους που σε οδήγησαν σε ένα τέλος που μπορεί να μην περίμενες. Και το ότι κανείς δεν το περίμενε, είναι για μένα μεγάλη ανταμοιβή, είτε ευχαρίστησε, είτε δυσαρέστησε κάποιους. Άλλωστε, δεν έχουν όλες οι ιστορίες το απόλυτα “ευτυχισμένο τέλος”. Η ζωή, δεν είναι παραμύθι... Και τελικά, αν το δούμε μέσα από το πρίσμα του ότι τίποτα δεν αποκτιέται εύκολα, χωρίς να μοχθήσεις και να πονέσεις, υπάρχει ευτυχισμένο τέλος... το καλύτερο δυνατό που θα μπορούσε δεδομένων των καταστάσεων.

Εάν σας έβαζαν στη θέση της ηρωίδα σας θα κάνατε κάτι διαφορετικά από εκείνη;

Εδώ ταιριάζει αυτό που λέει ο λαός μας: “Έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέμε”. Είναι δύσκολο να απαντήσω. Κάθε απόφαση στη ζωή μας, μικρή ή μεγάλη, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Από το περιβάλλον στο οποίο έχουμε μεγαλώσει, τους φίλους μας, τον κοινωνικό μας περίγυρο, από τα όνειρα που κάναμε όταν ήμασταν πιο νέοι και από την ευκολία ή την δυσκολία που συναντάμε στο να τα πραγματοποιήσουμε στην πορεία της ζωής μας, ακόμα και από εμάς τους ίδιους και τις ανάγκες, τις δυνατότητες ή και τα θέλω που μπορεί να έχουμε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Τίποτα σε αυτή τη ζωή δεν είναι απόλυτο, τίποτα δεν είναι σταθερό... Ο χρόνος κυλάει, η Γη γυρίζει, ο κόσμος εξελίσσεται, η ζωή και οι προτεραιότητές μας αλλάζουν και μαζί με αυτές, αλλάζουμε και εμείς οι ίδιοι. Ποτέ δεν ξέρεις αν μια επιλογή σου θα αποδειχτεί σωστή ή λάθος. Ίσως τελικά, να μην το μάθεις ποτέ, να μην υπάρχει τρόπος να το διαπιστώσεις αφού ποτέ δεν θα μάθεις αν θα ήσουν σε καλύτερη ή χειρότερη μοίρα αν είχες αλλάξει κάτι στο παρελθόν σου. Και αλλάζοντας ένα πράγμα, αλλάζουμε την ίδια την πορεία της μοίρας και του πεπρωμένου μας -αν πιστεύει κανείς σε αυτά- κατ' επέκτασιν, έστω και χωρίς να το συνειδητοποιούμε εκείνη τη στιγμή, αλλάζουμε ολόκληρο το μέλλον μας. Οπότε δεν ξέρω αν θα έκανα κάτι διαφορετικό από εκείνη... Αυτό που θα ήλπιζα αν ήμουν στη θέση της είναι το να κοίταζα μια μέρα πίσω μου και να μην μετάνιωνα για ένα παρελθόν που δεν θα μπορούσα να αλλάξω αλλά να ζήσω ένα μέλλον που θα απλωνόταν μπροστά μου, όσο καλύτερα και όσο πιο έντονα μπορούσα, διεκδικώντας κάθε μέρα αυτά που πραγματικά ονειρεύομαι.

Ο τίτλος του βιβλίου σας ήταν αρχική επιλογή ή τον βρήκατε αφού ολοκληρώσατε το γράψιμο;

Ο τίτλος υπήρχε στο μυαλό μου από την πρώτη στιγμή, πριν καλά-καλά βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις μου , πριν κατασταλάξω σε μια βασική δομή όσον θα αφορούσε την κεντρική ιδέα της ιστορίας, πριν καν αποφασίσω ότι η ιστορία που σκεφτόμουν θα γινόταν βιβλίο. Άκουγα κάποτε το τραγούδι του Γιάννη Κότσιρα, “Ξεπεσμένος Άγγελος”, με το οποίο είμαι συναισθηματικά δεμένη για πολλούς λόγους, ένα τραγούδι που με εκφράζει βαθύτατα και που παράλληλα, έντυνε με τους στίχους του με τον πιο υπέροχο τρόπο την ιστορία που στριφογύριζε στο μυαλό μου και τότε είπα πως αν ποτέ αποφάσιζα να την μεταφέρω στο χαρτί, θα είχε τον τίτλο “Ξεπεσμένοι Άγγελοι” και πως οι πρωταγωνιστές μου θα λέγονται Αγγελική και Άγγελος, θέλοντας εν μέρη να συνδέσω τους χαρακτήρες με τον τίτλο και την ίδια στιγμή, να δημιουργήσω μιαν αλληγορία που θα έκρυβε την τραγικότητα της ίδιας της ιστορίας τους.

Το τέλος το ξέρατε από την αρχή ή σας οδήγησε η ιστορία;

Εν μέρη και αυτό γιατί υπήρξαν κάποιες... συνιστώσες κατά την διάρκεια της συγγραφής που δεν είχα υπολογίσει. Αυτή άλλωστε δεν είναι και η γοητεία της συγγραφής; Να εκπλήσσεις ακόμα και τον ίδιος σου τον εαυτό; Τελοσπάντων... ξεφεύγω από το θέμα! Στα μισά περίπου του βιβλίου, λοιπόν, μπήκε ένας χαρακτήρας, αρχικά ως συμπληρωματικός, προκειμένου να βοηθήσει τις εξελίξεις σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Και όμως... τον αγάπησα τόσο πολύ που εντελώς ασυνείδητα, τον κράτησα και τον έκανα βασικό πιόνι σε μια σκακιέρα όπου μια παρτίδα ήδη εξελισσόταν και με τον δικό του, μοναδικό τρόπο, επηρέασε πολλά πράγματα και καταστάσεις. Αν άλλαξε το τέλος; Το έκανε λιγότερο... “σκληρό” απ' όσο το είχα αρχικά στο μυαλό μου. Και για να είμαι ειλικρινής, πριν καν ακόμα μπει ο συγκεκριμένος χαρακτήρας στο “παιχνίδι”, είχα ήδη αποφασίσει μία σημαντική αλλαγή στο φινάλε, σε μια προσπάθεια να γίνω λιγότερο ρεαλίστρια και περισσότερο στοργική. Όπως καταλαβαίνεις, δεν θέλουν καν οι αναγνώστες που αναφέραμε σε προηγούμενη ερώτηση να ξέρουν τι σκεφτόμουν αρχικά. Πιθανότατα, να με λιθοβολούσαν στο Σύνταγμα. Χα, χα, χα...

Πιστεύετε ότι οι ήρωες σας έχουν 'ψυχή" και οδηγούν την ιστορία με τις αποφάσεις και τις επιλογές τους ή θεωρείτε ότι είστε σε θέση οποιαδήποτε ώρα να διαμορφώσετε τις "ζωές" τους;

Αυτή είναι μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ερώτηση. Αν με ρωτούσες πριν αρχίσω να γράφω, θα σου έλεγα πως μπορείς να τους πας όπου εσύ θες. Πλέον, δεν είμαι τόσο σίγουρη. Μπορεί να είσαι εσύ που τους δημιουργείς, να είσαι εσύ εκείνος που θα τους πλάσει με τα μάτια της φαντασίας του όμως, όσο η κάθε ιστορία προχωράει και εξελίσσεται, νομίζω πως οι ίδιοι είναι που τελικά οδηγούν τα βήματά τους προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Μπορεί ο δημιουργός να έχει τον έλεγχο της πένας όμως η ψυχή που έχεις εμφυσήσει σε κάθε χαρακτήρα... είναι μοναδική, ανεξέλεγκτη και ατίθαση και στο τέλος συνειδητοποιείς πως εκείνη επιλέγει που θα πάει, χαράζει την πορεία της κι εσύ την ακολουθείς, παρατηρείς σιωπηλά και καταγράφεις.

Αυτή της περίοδο γράφετε κάτι... τι άλλο να περιμένουμε από εσάς;

Η αλήθεια είναι πως έχω ολοκληρώσει και παραδώσει στον εκδότη μου το δεύτερο βιβλίο μου και δουλεύω πάνω σε μια νέα ιδέα που τελικά... δεν είναι και τόσο νέα. Για να σου δώσω να καταλάβεις τι εννοώ, το βιβλίο πάνω στο οποίο δουλεύω αυτή τη στιγμή, είχα ξεκινήσει να το γράφω αμέσως μόλις τελείωσα το “Ξεπεσμένοι Άγγελοι”. Όμως έφτασα σε ένα σημείο όπου δεν ήμουν σίγουρη πως πρέπει να προχωρήσω καθώς πραγματεύεται ορισμένα θέματα τα οποία είναι ιδιαιτέρως λεπτά και ευαίσθητα κατά συνέπεια, όφειλα να κάνω την αναγκαία μελέτη, σε πολλαπλά επίπεδα. Η κεντρική ιδέα του βιβλίου αγγίζει ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, που θα ήταν τουλάχιστον ντροπή μου να καταπιαστώ μαζί του χωρίς να δώσω την απαραίτητη προσοχή, να συλλέξω πληροφορίες και στοιχεία που είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να μπορέσω να την υποστηρίξω και το ίδιο ισχύει και για το μήνυμα που θέλω να περάσω. Θέλω να πιστεύω πως κάθε βιβλίο απ' όσα έχω γράψει -ή γράφω-, είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και πως θα έχουν να δώσουν κάτι διαφορετικό το καθένα στους αναγνώστες. Δεν μου αρέσουν οι... “ταμπέλες” και έτσι, προσπαθώ να μην ταυτιστώ με ένα συγκεκριμένο είδος που θα καθορίσει λανθασμένα το ποια είμαι και το τι μπορώ να κάνω.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μέλλον της λογοτεχνίας στην Ελλάδα αλλά και του ίδιου του βιβλίου; Θεωρείτε ότι η οικονομική κρίση έχει πλήξει το βιβλίο;

Όσο για την οικονομική κρίση... σαφέστατα και έχει πλήξει το βιβλίο το οποίο διανύει δύσκολες μέρες που όπως φαίνεται, θα τραβήξουν σε βάθος χρόνου. Παρατηρώ ακόμα και τακτικούς, φανατικούς αναγνώστες, να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε αγορές που άλλοτε, αποτελούσαν βασικό κομμάτι της ζωής τους. Κακά τα ψέματα, το βιβλίο στη χώρα μας είναι ακριβό και τείνει να γίνει είδος πολυτέλειας, ιδιαίτερα σε καιρούς όπως αυτοί που ζούμε. Και το θέμα είναι τι μπορούν να κάνουν οι εκδότες και όσοι εμπλέκονται στην παραγωγή ενός βιβλίου; Αν δεν μειωθεί το κόστος, θα μειωθούν οι αγορές των αναγνωστών, πιθανότατα, να μειωθεί και ο ίδιος ο ρυθμός των αναγνωστών και αυτό θα είναι πραγματικά τραγικό και λυπηρό γιατί η λογοτεχνική ανάγνωση αποτελεί σπουδαίο κομμάτι της παιδείας αλλά και της ψυχαγωγίας ενός ανθρώπου, στοιχεία που τα έχει απόλυτη ανάγκη για να είναι ολοκληρωμένος. Αξίζει να τα στερούμε προς χάριν του κέρδους;

ΚΑΙ ΤΩΡΑ Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΤΕ:

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της κ.Παπαδημακοπούλου

1. Ήταν καλοκαίρι και μόλις είχα τελειώσει την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Οι διακοπές ακούγονταν καλή ιδέα τότε, κάτι που έπαψε να ισχύει όταν ανακάλυψα ότι δεν θα πηγαίναμε διακοπές καθώς ο πατέρας μου, είχε επαγγελματικές υποχρεώσεις που δεν θα τους επέτρεπαν να πάρει άδεια. Ήμουν θυμωμένος, απογοητευμένος και μόνος. Όλοι μου οι φίλοι, είχαν ήδη φύγει για τα εξοχικά τους σπίτια κι εγώ, είχα μείνει πίσω σαν αποπαίδι και αδυνατούσα να δεχτώ τα λόγια του πατέρα μου που μάταια προσπαθούσαν να μου εξηγήσουν πως δεν μπορούμε πάντα να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Είχα καιρό μπροστά μου για να μεγαλώσω και να καταλάβω.
Αγανακτισμένος, επισκέφτηκα την γειτονική πλατεία, το μοναδικό μέρος που μου επιτρεπόταν να πάω μόνος μου, χωρίς συνοδεία. Οι εποχές ήταν διαφορετικές τότε, πιο αθώες, λιγότερο επικίνδυνες και άλλωστε, βρισκόμουν στο οπτικό πεδίο της μητέρας μου που εύκολα μπορούσε να με εντοπίσει, ανά πάσα ώρα και στιγμή, απλά και μόνο με το να κοιτάξει από την βεράντα μας. Περπατούσα με βήμα αργό προς τις κούνιες, κλωτσώντας μικροσκοπικά πετραδάκια, έχοντας τα χέρια βαλμένα στις τσέπες, διερωτημένος τι θα μπορούσα να κάνω για να περάσουν τρεις ολόκληροι μήνες χωρίς να βαρεθώ τη ζωή μου. Κάθισα βαρύς σε μια από τις κούνιες, με το κεφάλι σκυμμένο και τότε ήταν μου άκουσα τη φωνή της για πρώτη φορά, λεπτή και κοριτσίστικη.
«Γιατί είσαι λυπημένος;» με ρώτησε με την αφέλεια της ηλικίας εκείνης που όταν φεύγει, δεν γυρίζει ποτέ πίσω.
Ανασήκωσα το κεφάλι ξαφνιασμένος για να αντικρίσω ένα χαριτωμένο προσωπάκι που έσφυζε από αυτοπεποίθηση και με παρατηρούσε εξονυχιστικά και με περιέργεια, λες και ήμουν κάποιο ζώο σε κλουβί ζωολογικού κήπου. Δεν απέχει και πολύ από το πως αισθανόμουν στην πραγματικότητα. Το βλέμμα της, βαθύ και διεισδυτικό από τότε, είχε καρφωθεί επίμονα και πεισματικά στο δικό μου περιμένοντας απάντηση στην ερώτησή της. Αν και αντιλαμβανόμουν ότι ήταν μικρότερη από μένα, γεγονός που σε άλλη περίπτωση ίσως να με είχε ωθήσει στο να την σπρώξω πέρα και να κάνω λες και δεν συναντηθήκαμε ποτέ, η απελπιστική μοναξιά μου από τη μία, ο αέρας ανωτερότητας που απέπνεε από την άλλη, έδωσαν ώθηση στις λέξεις μου.
«Δεν είμαι λυπημένος αλλά θυμωμένος. Οι γονείς μου μού είπαν ότι δεν θα πάμε διακοπές και όλοι μου οι φίλοι λείπουν. Είμαι μόνος!»
«Μπορώ να είμαι εγώ φίλη σου αν θες και τότε, δεν θα είσαι μόνος.»
Για πολύ ώρα, κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, σαν να εξελισσόταν ανάμεσά μας μια αναμέτρηση που ποτέ δεν ειπώθηκε. Ζυγίζαμε ο ένας τον άλλον και εκείνη, έγερνε το κεφάλι της πότε από τη μία και πότε από την άλλη, σαν να πίστευε ότι κάτι θα αλλάξει πάνω μου αν με παρατηρήσει από διαφορετική γωνία. Είχε δει ένα πουλί σε κάποιο ντοκιμαντέρ να κάνει ακριβώς την ίδια κίνηση αλλά, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσα να θυμηθώ πως το λέγανε.
«Λοιπόν;» με ρώτησε και στη φωνή της διέκρινα κάτι που μάλλον, παρέπεμπε σε εκνευρισμό.
«Λοιπόν τι;» αντιγύρισα εγώ στον ίδιο τόνο.
«Θες να είμαστε φίλοι ή όχι;» απάντησε υπομειδιάζοντας και κοιτώντας εξακολουθώντας να έχει το βλέμμα της καρφωμένο στο δικό μου σαν με ένα ύφος σαν να μου έλεγε πως, έπρεπε να αποφασίσω σύντομα καθώς, είχε καλύτερα πράγματα να κάνει και σπαταλούσα τον χρόνο της. Από εκείνη την ηλικία κι όλας, ήξερε πως να επιβάλλεται και σαν να μην είχα άλλη επιλογή, δέχτηκα.
«Ναι,» απάντησα ξέπνοα, «θα ήθελα να είμαστε φίλοι.»
'Ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της, το πρώτο από τα χιλιάδες χαμόγελα που θα ακολουθούσαν ενώ, το στόμα της άνοιξε ελαφρώς κι εγώ μπορούσα να δω, το φαφούτικο εσωτερικό του που μου φάνηκε εκείνη την στιγμή, τόσο, μα τόσο χαριτωμένο.
«Με λένε Αλεξάνδρα. Εσένα;»
«Ανδρέα» απάντησα με το χαμόγελο, να απλώνεται τώρα στα δικά μου χείλη.

2. "Όπως στεκόμουν από πάνω της, με τα μπλε της μάτια να με καρφώνουν, χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το νου μου. Η πιο έντονη όμως απ' όλες, εκείνη που όριζε την πιο βαθιά μου επιθυμία, όλο και ανέβαινε την επιφάνεια. Πόσο ήθελα να πιέσω τα χείλη μου στα δικά της, συνθλίβοντάς τα σε ένα φιλί δίχως τέλος. Αλλά μπορούσα πραγματικά να το κάνω αυτό; Είχα αυτό το δικαίωμα, ειδικά τώρα που ήταν έτοιμη να φύγει από κοντά μου με έναν τρόπο όπως ποτέ άλλοτε; Παντρευόταν στο τέλος της εβδομάδας! Πώς μπορούσα να της ανοίξω την καρδιά μου τώρα που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει μια νέα ζωή; Πόσο εγωιστής έπρεπε να είμαι για να της το κάνω αυτό; Και στο κάτω-κάτω, τι θα άλλαζε; Εκείνη θα παντρευόταν τον Χόρχε και εγώ θα έχανα την καλύτερή μου φίλη οριστικά και αμετάκλητα και θα ήμουν ο μοναδικός υπαίτιος. Όχι! Δεν μπορούσα να φανώ τόσο εγωιστής... όχι μαζί της!"

Παρουσίαση του βιβλιου στη μεγαλυτερη ηλεκτρονική βιβλιοθήκη:




ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

ΓΙΩΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η Αγγελική είναι ένα χαρισματικό κορίτσι, ένα ταλαντούχο πλάσμα, το οποίο, δυστυχώς, ζει σε ένα περιβάλλον που δεν τη βοηθάει να αναδείξει τα ταλέντα της. Κι ενώ είναι απόλυτα πεπεισμένη πως έχει βρει τον άντρα των ονείρων της στο πρόσωπο του Μιχάλη, μετά από δύο χρόνια σχέσης και ύστερα από κάμποσα όνειρα για ένα κοινό μέλλον μαζί του, ξαφνικά στη ζωή της μπαίνει ο Άγγελος, και τότε όλα αλλάζουν.
Συνειδητοποιεί πως η ζωή που έχει δεν είναι αυτή που θα ήθελε και πως ο έρωτας μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό, κάτι περισσότερο. Όμως, η γνώμη του κόσμου την επηρεάζει, οδηγώντας την σε μια σειρά από λάθος συμπεράσματα και αποφάσεις.
Εγκλωβισμένη μέσα στην ίδια της την ανασφάλεια, παγιδευμένη μέσα στον κόσμο που οι άλλοι έχουν πλάσει για εκείνην, η Αγγελική αποφασίζει να ζήσει χωρίς τον Άγγελο και να χαράξει την πορεία της. Εκείνος, ωστόσο, όλο κι επιστρέφει, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μείνει μακριά του για καιρό, κι έτσι τα λάθη να συνεχίζονται και να επαναλαμβάνονται. Ο κύκλος δεν ξανανοίγει, γιατί στην πραγματικότητα δεν κλείνει ποτέ, ενώ οι δυο τους κινούνται συνεχώς μέσα σε αυτόν.
Δυο άγγελοι ξεπεσμένοι, εξαιτίας ενός ασίγαστου πάθους από το οποίο προσπαθούν απεγνωσμένα να λυτρωθούν...
Πόσα μπορεί ν' αντέξει ο έρωτας όταν του έχεις κόψει τα φτερά;

Η σελίδα της στο Goodreads στην οποία μπορείτε να διαβάσετε και κριτικές αναγνωστών για το βιβλίο, "Ξεπεσμένοι Άγγελοι":

Η προσωπική της ιστοσελίδα:

Η σελίδα της στο Facebook:

4 σχόλια on "Συνέντευξη στο "Read to Death" και τις Νικολέτα Κατσιούλη και Μαρία Μπακάρα"

Χρύσα είπε...

ΥΠΕΡΟΧΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ!!!ΟΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΩ ΘΑ ΕΊΝΑΙ ΛΙΓΟ!
Συγχαρητήρια στα κορίτσια για τις μη κοινότυπες ερωτήσεις τους (έχουμε βαρεθεί να ρωτάνε όλοι τα ίδια) αλλά και σε σένα για την ειλικρίνεια με την οποία τις απάντησες.Ακόμα και σε αυτά είναι απόλαυση να σε διαβάζει κανείς και είναι τιμή μου που σε ξέρω.

Γιώτα Παπαδημακοπούλου on 14 Ιουλίου 2013 - 1:51 μ.μ. είπε...

@ Χρύσα μου, σ' ευχαριστούμε πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια. Χαίρομαι που σου άρεσε γιατί την κάναμε με πολύ όρεξη, μεράκι και αγάπη και αυτό, ελπίζω να φάνηκε! <3

Άννα είπε...

Εξαιρετική συνέντευξη και χορταστική! Την απολαμβάνεις από την πρώτη ως την τελευταία λέξη! Συγχαρητήρια σε όλες σας!

Γιώτα Παπαδημακοπούλου on 20 Ιουλίου 2013 - 1:56 μ.μ. είπε...

@ Άννα σ' ευχαριστούμε κι εσένα για τα καλά σου λόγια. Την δουλέψαμε πολύ αυτή τη συνέντευξη και το κάναμε με πολύ αγάπη κι όρεξη! :)

Δημοσίευση σχολίου

 

Giota's Diaries Copyright © 2009 Paper Girl is Designed by Ipietoon Sponsored by Online Business Journal